absolutist
Pronunciation
/æbsəˈɫutɪst/

Ορισμός και σημασία του "absolutist"στα αγγλικά

01

απολυταρχικός

one who advocates absolutism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absolutists
absolutist
01

απολυταρχικός, ασυμβίβαστος

advocating for strong, uncompromising beliefs or principles, often rejecting any form of relativism or compromise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most absolutist
συγκριτικός βαθμός
more absolutist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The absolutist approach to parenting sets rigid rules and expectations without considering individual differences.
Η απολυταρχική προσέγγιση στη γονική μέριμνα θέτει άκαμπτους κανόνες και προσδοκίες χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ατομικές διαφορές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store