absolutist
ab
ˌæb
āb
so
lu
ˈlu:
loo
tist
tɪst
tist

Ορισμός και σημασία του "absolutist"στα αγγλικά

01

απολυταρχικός

one who advocates absolutism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absolutists
absolutist
01

απολυταρχικός, ασυμβίβαστος

advocating for strong, uncompromising beliefs or principles, often rejecting any form of relativism or compromise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most absolutist
συγκριτικός βαθμός
more absolutist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The absolutist ruler refused to consider any dissenting opinions or compromise on his policies. 

Ο απολυταρχικός κυβερνήτης αρνήθηκε να λάβει υπόψη οποιεσδήποτε διαφωνούσες απόψεις ή να συμβιβαστεί με τις πολιτικές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store