Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absolutist
01
απολυταρχικός
one who advocates absolutism
absolutist
01
απολυταρχικός, ασυμβίβαστος
advocating for strong, uncompromising beliefs or principles, often rejecting any form of relativism or compromise
Παραδείγματα
The absolutist approach to parenting sets rigid rules and expectations without considering individual differences.
Η απολυταρχική προσέγγιση στη γονική μέριμνα θέτει άκαμπτους κανόνες και προσδοκίες χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ατομικές διαφορές.
Λεξικό Δέντρο
absolutistic
absolutist
absolute



























