absolutism
ab
ˈæb
αιμπ
so
σα
lu
ˌlu
λου
ti
τι
sm
zəm
ζαμ
/ˈæbsəlˌuːtɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "absolutism"στα αγγλικά

01

απολυταρχία, δεσποτισμός

a form of government in which the ruler holds absolute, unchecked power
absolutism definition and meaning
Παραδείγματα
The fall of absolutism in England led to the establishment of parliamentary limits on the monarchy.
Η πτώση του απολυταρχισμού στην Αγγλία οδήγησε στη θέσπιση κοινοβουλευτικών περιορισμών στη μοναρχία.
02

απολυταρχισμός, πεποίθηση στην ύπαρξη απόλυτου όντος

the belief in the existence of an absolute being
Παραδείγματα
The scholar traced the influence of absolutism on medieval ethics.
Ο λόγιος ανίχνευσε την επιρροή του απολυταρχισμού στη μεσαιωνική ηθική.
03

απολυταρχισμός, δεσποτισμός

the principle or system of unlimited and unchecked governmental power
Παραδείγματα
Absolutism allows rulers to act without legal or parliamentary constraints.
Απολυταρχία επιτρέπει στους κυβερνήτες να ενεργούν χωρίς νομικούς ή κοινοβουλευτικούς περιορισμούς.
04

απολυταρχισμός, τυραννία

dominance maintained through threat of punishment, coercion, or violence
Παραδείγματα
Absolutism can be an effective, though morally questionable, form of control.
Ο απολυταρχισμός μπορεί να είναι μια αποτελεσματική, αν και ηθικά αμφισβητήσιμη, μορφή ελέγχου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store