Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absolutism
01
απολυταρχία, δεσποτισμός
a form of government in which the ruler holds absolute, unchecked power
Παραδείγματα
The fall of absolutism in England led to the establishment of parliamentary limits on the monarchy.
Η πτώση του απολυταρχισμού στην Αγγλία οδήγησε στη θέσπιση κοινοβουλευτικών περιορισμών στη μοναρχία.
02
απολυταρχισμός, πεποίθηση στην ύπαρξη απόλυτου όντος
the belief in the existence of an absolute being
Παραδείγματα
The scholar traced the influence of absolutism on medieval ethics.
Ο λόγιος ανίχνευσε την επιρροή του απολυταρχισμού στη μεσαιωνική ηθική.
Παραδείγματα
Absolutism allows rulers to act without legal or parliamentary constraints.
Απολυταρχία επιτρέπει στους κυβερνήτες να ενεργούν χωρίς νομικούς ή κοινοβουλευτικούς περιορισμούς.
04
απολυταρχισμός, τυραννία
dominance maintained through threat of punishment, coercion, or violence
Παραδείγματα
Absolutism can be an effective, though morally questionable, form of control.
Ο απολυταρχισμός μπορεί να είναι μια αποτελεσματική, αν και ηθικά αμφισβητήσιμη, μορφή ελέγχου.
Λεξικό Δέντρο
absolutism
absolute



























