Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Absolutism
01
απολυταρχία, δεσποτισμός
a form of government in which the ruler holds absolute, unchecked power
Παραδείγματα
The king's decrees were law, illustrating the nature of absolutism.
Τα διατάγματα του βασιλιά ήταν νόμος, αποτυπώνοντας τη φύση του απολυταρχισμού.
02
απολυταρχισμός, πεποίθηση στην ύπαρξη απόλυτου όντος
the belief in the existence of an absolute being
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
absolutisms
Παραδείγματα
Medieval philosophers debated the tenets of absolutism in theology.
Οι μεσαιωνικοί φιλόσοφοι συζητούσαν τις αρχές του απολυταρχισμού στη θεολογία.
Παραδείγματα
The monarch ruled under the doctrine of political absolutism.
Ο μονάρχης κυβέρνησε υπό τη δόγμα του πολιτικού απολυταρχισμού.
04
απολυταρχισμός, τυραννία
dominance maintained through threat of punishment, coercion, or violence
Παραδείγματα
The gang maintained absolutism over the neighborhood through fear.
Η συμμορία διατήρησε απολυταρχισμό στη γειτονιά μέσω του φόβου.
Λεξικό Δέντρο
absolutism
absolute



























