to abut
a
ə
ē
but
ˈbʌt
bat
about

Ορισμός και σημασία του "abut"στα αγγλικά

to abut
01

εφάπτομαι, συνορεύω

to adjoin or border upon something, typically in a direct manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abut
γ΄ ενικό πρόσωπο
abuts
ενεστώτα μετοχή
abutting
απλός αόριστος
abutted
παθητική μετοχή
abutted
Παραδείγματα
The fence abuts the property line, marking the boundary of the yard. 

Ο φράκτης εφάπτεται στη γραμμή της ιδιοκτησίας, σημειώνοντας το όριο της αυλής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

abutter
abut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store