Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abut
01
εφάπτομαι, συνορεύω
to adjoin or border upon something, typically in a direct manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abut
γ΄ ενικό πρόσωπο
abuts
ενεστώτα μετοχή
abutting
απλός αόριστος
abutted
παθητική μετοχή
abutted
Παραδείγματα
The fence abuts the property line, marking the boundary of the yard.
Ο φράκτης εφάπτεται στη γραμμή της ιδιοκτησίας, σημειώνοντας το όριο της αυλής.



























