Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstemious
01
μετριοπαθής, συνεσταλμένος
avoiding too much consumption of alcoholic drinks or food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abstemious
συγκριτικός βαθμός
more abstemious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
John is known for his abstemious lifestyle, opting for a balanced diet and moderate portions.
Ο John είναι γνωστός για τον εγκρατή τρόπο ζωής του, επιλέγοντας μια ισορροπημένη διατροφή και μέτριες μερίδες.
02
εγκρατής, μετριοπαθής
not doing things that are enjoyable
Παραδείγματα
In their spiritual journey, they embraced an abstemious approach, letting go of material attachments and focusing on inner growth.
Στο πνευματικό τους ταξίδι, υιοθέτησαν μια συντηρητική προσέγγιση, αφήνοντας πίσω τις υλικές προσκολλήσεις και εστιάζοντας στην εσωτερική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
abstemiously
abstemiousness
abstemious
abstain



























