acceptable
a
ə
ē
ccep
ˈksɛp
ksep
table
təbl
tēbl
perceptiblesusceptibleunsusceptibleinsusceptible

Ορισμός και σημασία του "acceptable"στα αγγλικά

acceptable
01

αποδεκτός, εγκρίσιμος

capable of being approved 
acceptable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acceptable
συγκριτικός βαθμός
more acceptable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quality of the report was acceptable, but it could be improved. 

Η ποιότητα της αναφοράς ήταν αποδεκτή, αλλά θα μπορούσε να βελτιωθεί.

02

αποδεκτός, επιτρεπτός

agreed on by most people in a society 
acceptable definition and meaning
Παραδείγματα
It is considered acceptable to tip service workers in many countries as a sign of appreciation for good service. 

Σε πολλές χώρες θεωρείται αποδεκτό να δίνεται φιλοδώρημα σε εργαζόμενους υπηρεσιών ως ένδειξη εκτίμησης για καλή εξυπηρέτηση.

Λεξικό Δέντρο

acceptability
acceptableness
acceptably
acceptable
accept
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store