Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
halten
01
κρατώ, κρατάω
Etwas greifen oder tragen, damit es nicht fällt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält
ενεστώτα μετοχή
haltend
απλός αόριστος
hielt
παθητική μετοχή
gehalten
Παραδείγματα
Ich halte das Buch in der Hand.
Εγώ κρατάω το βιβλίο στο χέρι.
02
υπερασπίζομαι, προστατεύω
Etwas schützen, verteidigen oder nicht aufgeben
Παραδείγματα
Die Soldaten halten die Stellung.
Οι στρατιώτες κρατούν τη θέση.
03
ακολουθώ, τηρώ
Nach bestimmten Regeln oder Vorschriften handeln
Παραδείγματα
Du musst dich an die Regeln halten.
Πρέπει να τηρείς τους κανόνες.
04
διαρκώ, διατηρούμαι
Für eine gewisse Zeit nicht schlecht oder anders werden
Παραδείγματα
Wie lange hält sich das Brot?
Πόσο καιρό διατηρείται το ψωμί φρέσκο;
05
αποδίδω, παρουσιάζω
Eine Rede, einen Vortrag oder eine Präsentation vor Publikum geben oder durchführen
Παραδείγματα
Er hält morgen eine wichtige Rede.
Αυτός προφέρει ένα σημαντικό λόγο αύριο.
06
διατηρείται, είναι
In einer bestimmten Weise oder Art sein
Παραδείγματα
Die Situation hält sich schwierig.
Η κατάσταση παραμένει δύσκολη.
07
σκέφτομαι για, θεωρώ
Eine bestimmte Meinung oder Einschätzung über etwas oder jemanden haben
Παραδείγματα
Was hältst du von meinem Vorschlag?
Τι γνώμη έχεις για την πρότασή μου;



























