Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provoquer
01
προκαλώ, προξενώ
être la cause directe d'un événement, d'une réaction ou d'un effet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
provoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
provoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
provoquerai
ενεστώτα μετοχή
provoquant
παθητική μετοχή
provoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
provoquions
Παραδείγματα
Ce médicament peut provoquer des effets secondaires.
Αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες.
02
προκαλώ, αντιστέκομαι
ne pas céder face à quelqu'un, continuer à résister ou défier
Παραδείγματα
Il a provoqué son adversaire sans jamais céder.
Προκάλεσε τον αντίπαλό του χωρίς ποτέ να υποχωρήσει.
03
προκαλώ, υποκινώ
pousser quelqu'un à réagir ou à agir, souvent de façon forte ou négative
Παραδείγματα
Il a provoqué une dispute avec ses paroles.
Αυτός προκάλεσε μια διαμάχη με τα λόγια του.



























