Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provoquer
01
προκαλώ, προξενώ
être la cause directe d'un événement, d'une réaction ou d'un effet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
provoque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
provoquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
provoquerai
ενεστώτα μετοχή
provoquant
παθητική μετοχή
provoqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
provoquions
Παραδείγματα
L' annonce de sa démission a provoqué la surprise générale.
Η ανακοίνωση της παραίτησής του προκάλεσε γενική έκπληξη.
02
προκαλώ, αντιστέκομαι
ne pas céder face à quelqu'un, continuer à résister ou défier
Παραδείγματα
Ils ont provoqué leur ennemi en restant fermes.
Προκάλεσαν τον εχθρό τους μένοντας σταθεροί.
03
προκαλώ, υποκινώ
pousser quelqu'un à réagir ou à agir, souvent de façon forte ou négative
Παραδείγματα
Le film a provoqué un débat important dans la société.
Η ταινία προκάλεσε μια σημαντική συζήτηση στην κοινωνία.



























