Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prunelle
01
αποξηραμένο δαμάσκηνο, δαμασκηνό
fruit de certaines variétés de prunier, souvent utilisé séché
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prunelles
Παραδείγματα
Elle prépare une confiture avec des prunelles.
Εκείνη προετοιμάζει μαρμελάδα με προυνέλ.
02
κόρη, ματάκι
partie centrale de l'œil qui laisse passer la lumière
Παραδείγματα
La lumière fait rétrécir la prunelle.
Το φως κάνει την κόρη να συστέλλεται.



























