précis
pré
pʁe
πρε
cis
si
σι
récit

Ορισμός και σημασία του "précis"στα γαλλικά

01

ακριβής, σαφής

qui est clairement défini, exact et sans erreur 
précis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus précis
συγκριτικός βαθμός
plus précis
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
précis
αρσενικό πληθυντικό
précis
θηλυκό ενικό
précise
θηλυκό πληθυντικό
précises
θεματικό πεδίο
information, description, mesure
Παραδείγματα
Il a donné des instructions précises pour le projet. 

Έδωσε ακριβείς οδηγίες για το έργο.

02

ακριβής, ακριβής

qui arrive ou se produit exactement au moment prévu ; ponctuel 
précis definition and meaning
Παραδείγματα
Le train est toujours précis à l'heure. 

Το τρένο είναι πάντα ακριβές.

01

εγχειρίδιο, οδηγός

un livre ou document qui présente les informations essentielles sur un sujet de manière concise et organisée 
le précis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
précis
Παραδείγματα
J'ai acheté un précis de grammaire française. 

Αγόρασα ένα précis γαλλικής γραμματικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store