la précaution
Pronunciation
/pʀekosjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "précaution"στα γαλλικά

La précaution
[gender: feminine]
01

προφύλαξη, προσοχή

action pour éviter un danger ou un problème
la précaution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
précautions
Παραδείγματα
Prendre des précautions peut sauver des vies.
Η λήψη προφυλάξεων μπορεί να σώσει ζωές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store