Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
préciser
01
διευκρινίζω, καθορίζω
rendre quelque chose plus clair en donnant des détails ou en expliquant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
précise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
précisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préciserai
ενεστώτα μετοχή
précisant
παθητική μετοχή
précisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
précisions
Παραδείγματα
Ils précisent les détails du contrat avec l' avocat.
Καθορίζουν τις λεπτομέρειες της σύμβασης με τον δικηγόρο.
02
διευκρινίζω, ορίζω
définir ou déterminer avec exactitude
Παραδείγματα
Ils précisent l' emplacement exact de l' événement.
Καθορίζουν την ακριβή τοποθεσία της εκδήλωσης.
03
ξεκαθαρίζω
devenir clair ou bien défini
Παραδείγματα
Les contours du nouveau programme se précisent avec le temps.
Τα περιγράμματα του νέου προγράμματος γίνονται πιο ακριβή με το πέρασμα του χρόνου.



























