la prédilection
pré
pʁe
πρε
di
di
ντι
lect
lɛks
λεκσ
ion
jɔ̃
γο
présélectionprédiction

Ορισμός και σημασία του "prédilection"στα γαλλικά

La prédilection
01

προτίμηση, κλίση

préférence marquée et persistante pour quelque chose ou quelqu' un 
la prédilection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a une prédilection pour les films d'époque. 

Έχει προτίμηση για ιστορικές ταινίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store