Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
préférable
01
προτιμότερος, καλύτερος
qui est meilleur ou plus avantageux dans une situation
Παραδείγματα
Pour ta santé, il est préférable de faire du sport régulièrement.
Για την υγεία σου, είναι καλύτερο να ασκείσαι τακτικά.



























