Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
préférable
01
προτιμότερος, καλύτερος
qui est meilleur ou plus avantageux dans une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus préférable
συγκριτικός βαθμός
plus préférable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
préférable
αρσενικό πληθυντικό
préférables
θηλυκό ενικό
préférable
θηλυκό πληθυντικό
préférables
Παραδείγματα
Pour ta santé, il est préférable de faire du sport régulièrement.
Για την υγεία σου, είναι καλύτερο να ασκείσαι τακτικά.



























