la prédilection
Pronunciation
/pʁedilɛksjˈɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "prédilection"στα γαλλικά

La prédilection
[gender: feminine]
01

προτίμηση, κλίση

préférence marquée et persistante pour quelque chose ou quelqu'un
la prédilection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Une prédilection excessive peut créer des injustices.
Η υπερβολική προτίμηση μπορεί να δημιουργήσει αδικίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store