le pruneau
pru
pʁy
πρυ
neau
no
νο

Ορισμός και σημασία του "pruneau"στα γαλλικά

01

ξηρό δαμάσκηνο, στεγνωμένο δαμάσκηνο

prune qui a été séchée après récolte, donnant un fruit sucré et riche en fibres, utilisé dans les desserts, plats cuisinés ou consommé tel quel 
le pruneau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pruneaux
Παραδείγματα
Les pruneaux sont excellents pour la digestion. 

Τα ξηρά δαμάσκηνα είναι εξαιρετικά για την πέψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store