Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prudence
01
προσοχή, συνετότητα
façon d'agir avec attention pour éviter les dangers ou les erreurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il faut conduire avec prudence par mauvais temps.
Πρέπει να οδηγείς με προσοχή σε κακό καιρό.
Λεξικό Δέντρο
imprudence
prudence
prud



























