la prudence
prudence
pʁydɑ̃s
prydaas
présence

Ορισμός και σημασία του "prudence"στα γαλλικά

01

προσοχή, συνετότητα

façon d'agir avec attention pour éviter les dangers ou les erreurs 
la prudence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il faut conduire avec prudence par mauvais temps. 

Πρέπει να οδηγείς με προσοχή σε κακό καιρό.

Λεξικό Δέντρο

imprudence
prudence
prud
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store