prouver
Pronunciation
/pʀuve/

Ορισμός και σημασία του "prouver"στα γαλλικά

prouver
01

αποδεικνύω, αποδεικνύω

démontrer que quelque chose est vrai ou correct
prouver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prouve
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prouverai
ενεστώτα μετοχή
prouvant
παθητική μετοχή
prouvé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prouvions
Παραδείγματα
Les chercheurs ont prouvé la théorie par des tests rigoureux.
Οι ερευνητές απέδειξαν τη θεωρία μέσω αυστηρών δοκιμών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store