Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prudent
01
προσεκτικός, συνετός
qui agit avec précaution et réflexion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prudent
συγκριτικός βαθμός
plus prudent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prudent
αρσενικό πληθυντικό
prudents
θηλυκό ενικό
prudente
θηλυκό πληθυντικό
prudentes
Παραδείγματα
Ils ont été prudents en investissant leur argent.
Ήταν προσεκτικοί όταν επένδυσαν τα χρήματά τους.
02
συνετός, φρόνιμος
qui agit avec sagesse et discernement
Παραδείγματα
Ils ont agi prudemment face à la situation difficile.
Ενέργησαν προσεκτικά απέναντι στη δύσκολη κατάσταση.



























