Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prudent
01
προσεκτικός, συνετός
qui agit avec précaution et réflexion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prudent
συγκριτικός βαθμός
plus prudent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prudent
αρσενικό πληθυντικό
prudents
θηλυκό ενικό
prudente
θηλυκό πληθυντικό
prudentes
θεματικό πεδίο
comportement, sécurité, attitude
Παραδείγματα
Il est prudent en traversant la rue.
Είναι προσεκτικός όταν διασχίζει το δρόμο.
02
συνετός, φρόνιμος
qui agit avec sagesse et discernement
Παραδείγματα
Il a fait un choix prudent en acceptant cette offre.
Έκανε μια συνετή επιλογή αποδεχόμενος αυτήν την προσφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imprudent
prudent
prud



























