Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
précis
01
ακριβής, σαφής
qui est clairement défini, exact et sans erreur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus précis
συγκριτικός βαθμός
plus précis
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
précis
αρσενικό πληθυντικό
précis
θηλυκό ενικό
précise
θηλυκό πληθυντικό
précises
Παραδείγματα
Son coup de pinceau est très précis.
Η πινελιά της είναι πολύ ακριβής.
02
ακριβής, ακριβής
qui arrive ou se produit exactement au moment prévu ; ponctuel
Παραδείγματα
Le métro n' est pas très précis ce matin.
Το μετρό δεν είναι πολύ ακριβές σήμερα το πρωί.
Le précis
[gender: masculine]
01
εγχειρίδιο, οδηγός
un livre ou document qui présente les informations essentielles sur un sujet de manière concise et organisée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
précis
Παραδείγματα
Elle a écrit un précis sur l' art médiéval.
Έγραψε έναν σύντομο οδηγό για τη μεσαιωνική τέχνη.



























