Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
méchant
01
κακός, κακεντρεχής
qui fait du mal ou qui n'est pas gentil
Παραδείγματα
Il a eu une réaction méchante sans raison.
Είχε μια κακιά αντίδραση χωρίς λόγο.
02
άτακτος, παιχνιδιάρης
qui fait des bêtises ou qui est espiègle
Παραδείγματα
Elle est un peu méchante quand elle s' amuse.
Είναι λίγο ατακτική όταν παίζει.
03
εντυπωσιακός, εξαιρετικός
très impressionnant ou excellent
Παραδείγματα
Tu as vu sa méchante bibliothèque ?
Είδες την εντυπωσιακή βιβλιοθήκη της;
04
σοβαρός, βαρύς
qui est grave, troublant ou peut causer du tort
Παραδείγματα
Il s' est retrouvé au cœur d' une méchante dispute.
Βρέθηκε στη μέση μιας δυσάρεστης διαμάχης.
05
επιθετικός, επικίνδυνος
qui attaque facilement ou qui est dangereux (en parlant d'un animal)
Παραδείγματα
Le fermier a dû isoler un mouton méchant.
Ο αγρότης έπρεπε να απομονώσει ένα κακό πρόβατο.
06
μικροπρεπής, ασήμαντος
petit ou sans importance (souvent avec une idée de mépris)
Παραδείγματα
Ce n' est qu' une méchante excuse.
Ασήμαντος είναι απλώς μια μικροπρεπής δικαιολογία.



























