le mécontentement
mécontentement
mekɔ̃tɑ̃tmɑ̃
mekawtaatmaa

Ορισμός και σημασία του "mécontentement"στα γαλλικά

Le mécontentement
01

δυσαρέσκεια, δυσχαρά

sentiment de ne pas être satisfait ou heureux d'une situation 
le mécontentement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mécontentements
Παραδείγματα
Le mécontentement des employés est évident. 

Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων είναι εμφανής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store