la daille
me
με
daille
daj
νταγ

Ορισμός και σημασία του "médaille"στα γαλλικά

01

μετάλλιο, παράσημο

objet en métal donné comme récompense 
la médaille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
médailles
Παραδείγματα
Elle a gagné une médaille d'or. 

Κέρδισε ένα χρυσό μετάλλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store