Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le média
01
μέσα, μέσα μαζικής επικοινωνίας
outil ou moyen utilisé pour diffuser de l'information au public (comme la télévision, la radio, internet)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
médias
Παραδείγματα
Les médias jouent un rôle important dans la société.
Τα μέσα παίζουν σημαντικό ρόλο στην κοινωνία.
LanGeek



























