Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La médaille
01
μετάλλιο, παράσημο
objet en métal donné comme récompense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
médailles
Παραδείγματα
La médaille brille sous la lumière.
Το μετάλλιο λάμπει κάτω από το φως.



























