le mètre
Pronunciation
/mɛtʀ/

Ορισμός και σημασία του "mètre"στα γαλλικά

01

μέτρο, μέτρο

unité de mesure de longueur dans le système métrique, équivalente à 100 centimètres
le mètre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mètres
Παραδείγματα
La hauteur de la porte est d' environ deux mètres.
Το ύψος της πόρτας είναι περίπου δύο μέτρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store