Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mètre
01
μέτρο, μέτρο
unité de mesure de longueur dans le système métrique, équivalente à 100 centimètres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mètres
Παραδείγματα
La hauteur de la porte est d' environ deux mètres.
Το ύψος της πόρτας είναι περίπου δύο μέτρα.



























