Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manger
01
τρώω, καταπίνω
mettre de la nourriture dans la bouche et l'avaler
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mange
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mangeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mangerai
ενεστώτα μετοχή
mangeant
παθητική μετοχή
mangé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mangions
Παραδείγματα
Je préfère manger des plats faits maison.
Προτιμώ να τρώω σπιτικά πιάτα.
02
μασώ, τρίβω
broyer la nourriture avec les dents (surtout pour les animaux )
Παραδείγματα
La vache mange l'herbe doucement.
Η αγελάδα μασάει το γρασίδι αργά.
03
διαβρώνω, καταστρέφω σταδιακά
détériorer ou détruire peu à peu quelque chose
Παραδείγματα
La rouille mange le métal rapidement.
Η σκουριά τρώει γρήγορα το μέταλλο.
04
σπαταλώ, χαραμίζω
utiliser quelque chose sans en profiter ou sans nécessité
Παραδείγματα
Il mange tout son argent en achats inutiles.
Σπαταλά όλα τα χρήματά του σε άχρηστες αγορές.
05
καταναλώνω, χρησιμοποιώ
employer ou consommer quelque chose
Παραδείγματα
Cette machine mange beaucoup d'électricité.
Αυτή η μηχανή καταναλώνει πολύ ηλεκτρισμό.
06
τρωγόμαι, καταναλώνομαι
se dire d'un aliment que l'on mange de manière spécifique
Παραδείγματα
Ce gâteau se mange chaud.
Αυτό το κέικ τρώγεται ζεστό.
Le manger
01
φαγητό, τροφή
ce que l'on mange, de la nourriture
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il y a du bon manger chez elle.
Υπάρχει φαγητό καλό στο σπίτι της.



























