le manchot
Pronunciation
/mɑ̃ʃˈo/

Ορισμός και σημασία του "manchot"στα γαλλικά

Le manchot
[gender: masculine]
01

πιγκουίνος, απτήτος θαλάσσιος πτηνός

oiseau marin incapable de voler, vivant principalement dans l'hémisphère sud, connu pour sa démarche debout et sa nage habile
le manchot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manchots
Παραδείγματα
Les manchots empereurs sont les plus grands de leur espèce.
Οι πιγκουίνοι αυτοκράτορες είναι οι μεγαλύτεροι του είδους τους.
01

μονόχειρας, χωρίς χέρι

dépourvu d'une main ou d'un bras, utilisé pour une personne ou un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manchot
αρσενικό πληθυντικό
manchots
θηλυκό ενικό
manchote
θηλυκό πληθυντικό
manchotes
Παραδείγματα
Les manchots doivent adapter leurs mouvements pour survivre.
Οι άχειροι πρέπει να προσαρμόσουν τις κινήσεις τους για να επιβιώσουν.
02

αδέξιος, ατσούμπαλος

maladroit ou peu habile dans ses gestes
Παραδείγματα
Les manchots doivent adapter leurs mouvements pour survivre.
Οι μανσότ πρέπει να προσαρμόσουν τις κινήσεις τους για να επιβιώσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store