Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le manchot
01
πιγκουίνος, απτήτος θαλάσσιος πτηνός
oiseau marin incapable de voler, vivant principalement dans l'hémisphère sud, connu pour sa démarche debout et sa nage habile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
manchots
Παραδείγματα
Le manchot glisse sur la glace pour attraper des poissons.
Ο πιγκουίνος γλιστράει στον πάγο για να πιάσει ψάρια.
manchot
01
μονόχειρας, χωρίς χέρι
dépourvu d'une main ou d'un bras, utilisé pour une personne ou un animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manchot
αρσενικό πληθυντικό
manchots
θηλυκό ενικό
manchote
θηλυκό πληθυντικό
manchotes
Παραδείγματα
Après l'accident, il est devenu manchot de la main droite.
Μετά το ατύχημα, έγινε μονόχειρος στο δεξί χέρι.
02
αδέξιος, ατσούμπαλος
maladroit ou peu habile dans ses gestes
Παραδείγματα
Il est vraiment manchot quand il cuisine.
Είναι πραγματικά αδέξιος όταν μαγειρεύει.



























