Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fixer
01
κοιτάζω επίμονα, ατενίζω
regarder intensément sans bouger les yeux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fixe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fixons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fixerai
ενεστώτα μετοχή
fixant
παθητική μετοχή
fixé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fixions
Παραδείγματα
Il fixe le tableau avec attention.
Κοιτάζει επίμονα τον πίνακα με προσοχή.
02
καθορίζω, θέτω
déterminer ou établir quelque chose de manière précise
Παραδείγματα
Nous devons fixer une date pour la réunion.
Πρέπει να καθορίσουμε μια ημερομηνία για τη συνάντηση.
03
εγκαθίσταμαι, εγκατασταθώ
s'établir quelque chose de manière durable
Παραδείγματα
Ils ont décidé de se fixer en France.
Αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη Γαλλία.
04
συνδέω, ασφαλίζω
rendre stable ou immobile
Παραδείγματα
Fixez bien les étagères au mur.
Στερεώστε καλά τα ράφια στον τοίχο.
05
καθορίζω για τον εαυτό μου, θέτω για τον εαυτό μου
déterminer ou établir pour soi-même
Παραδείγματα
Elle s'est fixé des objectifs ambitieux cette année.
Έθεσε φιλόδοξους στόχους για τον εαυτό της φέτος.



























