braiser
brai
bʁɛ
bre
ser
ze
ze
baiserbriserbrasserbiaiser

Ορισμός και σημασία του "braiser"στα γαλλικά

braiser
01

σβήνω, μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά

cuire un aliment (souvent de la viande ou des légumes) longuement, à feu très doux, avec un peu de liquide, dans un récipient fermé 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
braise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
braisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
braiserai
ενεστώτα μετοχή
braisant
παθητική μετοχή
braisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
braisions
Παραδείγματα
Elle a braisé le bœuf pendant trois heures. 

Αυτή σιγόβρασε το βόειο κρέας για τρεις ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store