Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
braiser
01
σβήνω, μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά
cuire un aliment (souvent de la viande ou des légumes) longuement, à feu très doux, avec un peu de liquide, dans un récipient fermé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
braise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
braisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
braiserai
ενεστώτα μετοχή
braisant
παθητική μετοχή
braisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
braisions
Παραδείγματα
Elle a braisé le bœuf pendant trois heures.
Αυτή σιγόβρασε το βόειο κρέας για τρεις ώρες.



























