la branchie
branchie
bʁɑ̃ʃi
braashi
branche

Ορισμός και σημασία του "branchie"στα γαλλικά

01

βράγχια, αναπνευστικό όργανο υποβρύχιας αναπνοής

organe permettant à certains animaux (poissons, crustacés, mollusques, etc.) de respirer sous l'eau en absorbant l'oxygène dissous 
la branchie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
branchies
Παραδείγματα
Les poissons respirent grâce à leurs branchies. 

Τα ψάρια αναπνέουν χάρη στα βράγχιά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store