brancher
Pronunciation
/bʀɑ̃ʃe/

Ορισμός και σημασία του "brancher"στα γαλλικά

brancher
01

συνδέω, συνενώνω

connecter un appareil électronique à un autre ou à un réseau
brancher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
branche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
branchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brancherai
ενεστώτα μετοχή
branchant
παθητική μετοχή
branché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
branchions
Παραδείγματα
Branchez votre smartphone pour transférer les données.
Συνδέστε το smartphone σας για να μεταφέρετε τα δεδομένα.
02

συνδέω, συνδέω στην πρίζα

connecter un appareil à une source d'électricité
brancher definition and meaning
Παραδείγματα
Branchez -vous au réseau électrique principal.
Συνδεθείτε στο κύριο ηλεκτρικό δίκτυο.
03

συντονίζω, συνδέω

accéder à un programme, une émission ou un flux, souvent à distance
Παραδείγματα
Il se branche pour suivre le match.
Συνδέεται για να ακολουθήσει τον αγώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store