Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brancher
01
συνδέω, συνενώνω
connecter un appareil électronique à un autre ou à un réseau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
branche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
branchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brancherai
ενεστώτα μετοχή
branchant
παθητική μετοχή
branché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
branchions
Παραδείγματα
Branchez votre smartphone pour transférer les données.
Συνδέστε το smartphone σας για να μεταφέρετε τα δεδομένα.
02
συνδέω, συνδέω στην πρίζα
connecter un appareil à une source d'électricité
Παραδείγματα
Branchez -vous au réseau électrique principal.
Συνδεθείτε στο κύριο ηλεκτρικό δίκτυο.
03
συντονίζω, συνδέω
accéder à un programme, une émission ou un flux, souvent à distance
Παραδείγματα
Il se branche pour suivre le match.
Συνδέεται για να ακολουθήσει τον αγώνα.



























