Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brancher
01
συνδέω, συνενώνω
connecter un appareil électronique à un autre ou à un réseau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
branche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
branchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brancherai
ενεστώτα μετοχή
branchant
παθητική μετοχή
branché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
branchions
Παραδείγματα
Branche le câble HDMI à l'ordinateur pour voir l'écran.
Συνδέστε το καλώδιο HDMI στον υπολογιστή για να δείτε την οθόνη.
02
συνδέω, συνδέω στην πρίζα
connecter un appareil à une source d'électricité
Παραδείγματα
Branche la télévision avant d'allumer.
Συνδέστε την τηλεόραση πριν την ανοίξετε.
03
συντονίζω, συνδέω
accéder à un programme, une émission ou un flux, souvent à distance
Παραδείγματα
Je me branche sur la radio tous les matins.
Συνδέομαι στο ραδιόφωνο κάθε πρωί.



























