brancher
bran
bʁɑ̃
μπρα
cher
ʃe
σε
broncher

Ορισμός και σημασία του "brancher"στα γαλλικά

brancher
01

συνδέω, συνενώνω

connecter un appareil électronique à un autre ou à un réseau 
brancher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
branche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
branchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
brancherai
ενεστώτα μετοχή
branchant
παθητική μετοχή
branché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
branchions
Παραδείγματα
Branche le câble HDMI à l'ordinateur pour voir l'écran. 

Συνδέστε το καλώδιο HDMI στον υπολογιστή για να δείτε την οθόνη.

02

συνδέω, συνδέω στην πρίζα

connecter un appareil à une source d'électricité 
brancher definition and meaning
Παραδείγματα
Branche la télévision avant d'allumer. 

Συνδέστε την τηλεόραση πριν την ανοίξετε.

03

συντονίζω, συνδέω

accéder à un programme, une émission ou un flux, souvent à distance 
Παραδείγματα
Je me branche sur la radio tous les matins. 

Συνδέομαι στο ραδιόφωνο κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store