Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llenar
01
γεμίζω
hacer que un recipiente o espacio contenga tanto de algo como sea posible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lleno
γ΄ ενικό πρόσωπο
llena
ενεστώτα μετοχή
llenando
απλός αόριστος
llené
παθητική μετοχή
llenado
Παραδείγματα
Llena la botella con agua antes de salir de excursión.
Γέμισε το μπουκάλι με νερό πριν από την πεζοπορία.
02
χορταίνω
consumir suficiente comida o bebida hasta sentirse satisfecho y no poder comer más
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Me lleno muy rápido, no puedo comer porciones grandes.
Γεμίζω πολύ γρήγορα, δεν μπορώ να τρώω μεγάλες μερίδες.
03
συμπληρώνω, ολοκληρώνω
completar un formulario o documento con información
Παραδείγματα
Necesitas llenar este formulario antes de la entrevista.
Πρέπει να συμπληρώσετε αυτό το έντυπο πριν από τη συνέντευξη.
04
εκπληρώνω
satisfacer o colmar emocionalmente a alguien, haciendo que se sienta realizado o contento
Παραδείγματα
Leer un buen libro siempre me llena.
Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου πάντα με γεμίζει.
05
γεμίζω (να γίνω αρκετά μεγάλος για κάτι, ειδικά ρούχα)
llegar a ser lo suficientemente grande para algo, especialmente ropa
Παραδείγματα
El niño crecerá y llenará esos pantalones pronto.
Το παιδί θα μεγαλώσει και σύντομα θα γεμίσει αυτά τα παντελόνια.



























