Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inveigle
01
γοητεύω, εξαπατώ
to trick someone into doing something through clever and cunning methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inveigle
γ΄ ενικό πρόσωπο
inveigles
ενεστώτα μετοχή
inveigling
απλός αόριστος
inveigled
παθητική μετοχή
inveigled
Παραδείγματα
The charming salesperson tried to inveigle customers into buying the expensive product by emphasizing its exclusive features.
Ο γοητευτικός πωλητής προσπάθησε να παραπλανήσει τους πελάτες να αγοράσουν το ακριβό προϊόν, τονίζοντας τα αποκλειστικά του χαρακτηριστικά.
02
εισχωρώ με δόλο, προσπαθώ να μπω με απάτη
to gain entry into a place or situation using deceitful tactics
Transitive: to inveigle oneself somewhere | to inveigle entry somewhere
Παραδείγματα
The thief tried to inveigle his way into the exclusive party by posing as a member of the catering staff.
Ο κλέφτης προσπάθησε να παρεισφρήσει στην αποκλειστική πάρτι περνώντας τον εαυτό του για μέλος του προσωπικού catering.



























