Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inveigh
01
αποκρούω με σφοδρότητα, κατακρίνω έντονα
to complain or speak against something forcefully and bitterly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inveigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
inveighs
ενεστώτα μετοχή
inveighing
απλός αόριστος
inveighed
παθητική μετοχή
inveighed
Παραδείγματα
The senator inveighed against the new tax legislation.
Ο γερουσιαστής επιτέθηκε με σφοδρότητα στη νέα φορολογική νομοθεσία.



























