to inveigh
in
ɪn
in
veigh
ˈveɪ
vei
bouquetportrayfouettecabaret

Ορισμός και σημασία του "inveigh"στα αγγλικά

to inveigh
01

αποκρούω με σφοδρότητα, κατακρίνω έντονα

to complain or speak against something forcefully and bitterly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inveigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
inveighs
ενεστώτα μετοχή
inveighing
απλός αόριστος
inveighed
παθητική μετοχή
inveighed
Παραδείγματα
The senator inveighed against the new tax legislation. 

Ο γερουσιαστής επιτέθηκε με σφοδρότητα στη νέα φορολογική νομοθεσία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store