Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hiss
01
σφυρίζω, φυσώ
to make a sharp, prolonged sound, usually produced by forcing air through the mouth
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hiss
γ΄ ενικό πρόσωπο
hisses
ενεστώτα μετοχή
hissing
απλός αόριστος
hissed
παθητική μετοχή
hissed
Παραδείγματα
The cat hissed at the approaching stranger, warning them to stay away.
Η γάτα σφύριξε στον πλησιάζοντα ξένο, προειδοποιώντας τον να μείνει μακριά.
02
σφυρίζω, σιγοβρίζω
to produce a sharp, sibilant sound to express disapproval, contempt, or mockery
Intransitive
Παραδείγματα
The crowd began to hiss when the referee made a questionable call.
Το πλήθος άρχισε να σφυρίζει όταν ο διαιτητής πήρε μια αμφισβητήσιμη απόφαση.
03
σφυρίζω, σιγοντάρω
to show disapproval or contempt for someone by making a hissing sound directed at them
Transitive: to hiss sb
Παραδείγματα
The audience began to hiss the actor off the stage after a poor performance.
Το κοινό άρχισε να σφυρίζει τον ηθοποιό για να τον κάνει να φύγει από τη σκηνή μετά από μια κακή παράσταση.
04
σφυρίζω, συρίζω
to move while producing a sharp, sibilant sound
Intransitive
Παραδείγματα
The train hissed by, its brakes releasing air with a sharp sound.
Το τρένο σφύριξε περνώντας, τα φρένα του απελευθερώνοντας αέρα με έναν κοφτερό ήχο.
Hiss
01
σφύριγμα, σύριγμα
a cry or noise made to express displeasure or contempt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hisses
02
σφύριγμα, σύριγμα
a fricative sound (especially as an expression of disapproval)
Λεξικό Δέντρο
hisser
hissing
hiss



























