Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Histogram
01
ιστόγραμμα, ραβδόγραμμα
a diagram consisting of bars with different heights that represent the amount of a variable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
histograms



























