Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fastidious
01
επιμελής, σχολαστικός
very attentive and paying close attention to small or specific aspects of a task or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fastidious
συγκριτικός βαθμός
more fastidious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is a fastidious editor, meticulously checking every sentence for errors.
Είναι μια σχολαστική επιμελήτρια, ελέγχοντας σχολατικά κάθε πρόταση για λάθη.
02
απαιτητικός, μεθοδικός
(of organisms) growing only in special artificial cultures
Παραδείγματα
The fastidious bacteria can only grow in a laboratory setting with precise temperature and nutrient conditions.
Τα επιλεκτικά βακτήρια μπορούν να αναπτυχθούν μόνο σε εργαστηριακό περιβάλλον με ακριβείς συνθήκες θερμοκρασίας και θρεπτικών συστατικών.
03
σχολαστικός, περίεργος
highly attentive and particular about keeping things clean, tidy, and in order
Παραδείγματα
She has a fastidious approach to laundry, carefully sorting clothes by color and fabric.
Έχει μια σχολαστική προσέγγιση στο πλύσιμο, ταξινομώντας προσεκτικά τα ρούχα ανά χρώμα και ύφασμα.
Λεξικό Δέντρο
fastidiously
fastidiousness
unfastidious
fastidious



























