Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eat away at
01
διαβρώνω, καταστρέφω σταδιακά
to slowly remove or destroy something over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away at
βασικό ρήμα
eat
ενεστώτας
eat away at
γ΄ ενικό πρόσωπο
eats away at
ενεστώτα μετοχή
eating away at
απλός αόριστος
ate away at
παθητική μετοχή
eaten away at
Παραδείγματα
Over time, the rust began to eat away at the metal bridge, causing structural concerns.
Με το πέρασμα του χρόνου, η σκουριά άρχισε να κατατρώει τη μεταλλική γέφυρα, προκαλώντας δομικές ανησυχίες.
02
καταβροχθίζω σταδιακά, μειώνω σιγά σιγά
to gradually reduce the amount of something, typically through a slow and continuous process
Παραδείγματα
The rising inflation began to eat away at the purchasing power of the currency.
Ο αυξανόμενος πληθωρισμός άρχισε να καταβρώνει την αγοραστική δύναμη του νομίσματος.
03
διαβρώνω, αποδυναμώνω
to make someone feel very worried over a long period of time, often through a persistent and troubling situation
Παραδείγματα
The uncertainty of the job market began to eat away at her confidence and peace of mind.
Η αβεβαιότητα της αγοράς εργασίας άρχισε να καταβρώνει την αυτοπεποίθηση και την ειρήνη του νου της.



























