Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discredit
01
δυσφημίζω, υπονομεύω την υπόληψη
to make someone or something be no longer respected
Transitive: to discredit a person or their reputation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discredit
γ΄ ενικό πρόσωπο
discredits
ενεστώτα μετοχή
discrediting
απλός αόριστος
discredited
παθητική μετοχή
discredited
Παραδείγματα
From their discriminatory practices to their mistreatment of employees, the company's actions have discredited their reputation as a fair and respected employer.
Από τις διακριτικές πρακτικές τους μέχρι την κακομεταχείριση των εργαζομένων, οι ενέργειες της εταιρείας έχουν δυσφημίσει τη φήμη τους ως δίκαιου και σεβαστού εργοδότη.
02
αποδοκιμάζω, βάζω αμφιβολίες
to raise doubt about someone or something and make people stop believing in them
Transitive: to discredit information
Παραδείγματα
Attempts to discredit the research findings were unsuccessful, as the data and methodology were sound.
Οι προσπάθειες να αποδομηθούν τα ευρήματα της έρευνας απέτυχαν, καθώς τα δεδομένα και η μεθοδολογία ήταν αξιόπιστα.
03
αποδοκιμάζω, υπονομεύω την αξιοπιστία
to make people believe someone or something is not trustworthy or reliable
Transitive: to discredit sb/sth
Παραδείγματα
His mistakes at work were used to discredit his ability to lead the project.
Τα λάθη του στη δουλειά χρησιμοποιήθηκαν για να αποδόμησουν την ικανότητά του να ηγηθεί του έργου.
Discredit
01
δυσφήμηση, απώλεια εκτίμησης
the state of being held in low esteem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discredits
Λεξικό Δέντρο
discredit
credit



























