discoverer
Pronunciation
/dɪˈskəvɝɝ/

Ορισμός και σημασία του "discoverer"στα αγγλικά

01

ανακαλυπτής, εφευρέτης

someone who is the first to think of or make something
discoverer definition and meaning
02

ανακαλύπτων, εξερευνητής

someone who is the first to observe something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discoverers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store