Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discredit
01
δυσφημίζω, υπονομεύω την υπόληψη
to make someone or something be no longer respected
Transitive: to discredit a person or their reputation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discredit
γ΄ ενικό πρόσωπο
discredits
ενεστώτα μετοχή
discrediting
απλός αόριστος
discredited
παθητική μετοχή
discredited
Παραδείγματα
Rumors spread to discredit his reputation, despite his innocence.
Διαδόθηκαν φήμες για να δυσφημήσουν τη φήμη του, παρά την αθωότητά του.
02
αποδοκιμάζω, βάζω αμφιβολίες
to raise doubt about someone or something and make people stop believing in them
Transitive: to discredit information
Παραδείγματα
Critics attempted to discredit the historical account, calling it inaccurate.
Οι κριτικοί προσπάθησαν να αποδομήσουν την ιστορική αφήγηση, χαρακτηρίζοντάς την ανακριβή.
03
αποδοκιμάζω, υπονομεύω την αξιοπιστία
to make people believe someone or something is not trustworthy or reliable
Transitive: to discredit sb/sth
Παραδείγματα
Political rivals tried to discredit his leadership by highlighting past controversies.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι προσπάθησαν να αποδόμησουν την ηγεσία του επισημαίνοντας παλιές διαφωνίες.
Discredit
01
δυσφήμηση, απώλεια εκτίμησης
the state of being held in low esteem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discredits
Λεξικό Δέντρο
discredit
credit



























