Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
difficult
01
δύσκολος, επίπονος
needing a lot of work or skill to do, understand, or deal with
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most difficult
συγκριτικός βαθμός
more difficult
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Solving complex mathematical equations can be difficult without a strong understanding of mathematical principles.
Η επίλυση πολύπλοκων μαθηματικών εξισώσεων μπορεί να είναι δύσκολη χωρίς μια ισχυρή κατανόηση των μαθηματικών αρχών.
02
δύσκολος, επίπονος
creating a challenging or uncomfortable situation
Παραδείγματα
The difficult living conditions in the remote village made it hard for families to thrive.
Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στο απομακρυσμένο χωριό έκαναν δύσκολο για τις οικογένειες να ευημερήσουν.
03
δύσκολος, πεισματάρης
(of a person) hard to deal with, often stubborn or not willing to cooperate
Παραδείγματα
She’s always difficult when we try to make plans.
Είναι πάντα δύσκολη όταν προσπαθούμε να κάνουμε σχέδια.
Λεξικό Δέντρο
difficultness
difficult



























