diffidence
di
ˈdɪ
di
ffi
fi
dence
dəns
dēns
difference

Ορισμός και σημασία του "diffidence"στα αγγλικά

01

ντροπαλότητα, έλλειψη αυτοπεποίθησης

shyness due to a lack of confidence in oneself 
diffidence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her diffidence kept her from speaking up in meetings. 

Η ντροπαλότητά της την εμπόδιζε να μιλήσει σε συναντήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store